ἐρισία

ἐρισία, ,
A = ἔρις, Theognost.Can.87.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερισία — ἐρισία, ἡ (Μ) 1. έριδα, φιλονεικία 2. συνεκδ. μάχη. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρις κατά τα σε ια (πρβλ. επίληψις > επιληψία)] …   Dictionary of Greek

  • ἐρισίας — ἐρισίᾱς , ἐρισία fem acc pl ἐρισίᾱς , ἐρισία fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.